ἐτασμός

ἐτ-ασμός, ,=foreg., ib.Ge.12.17 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετασμός — ἐτασμός, ό (ΑΜ, Μ και ἐταγμός) [ετάζω] 1. εξέταση, διερεύνηση 2. κρίση, δοκιμασία («Κύριος δὲ μόνος καινὸν τρόπον ἔχει ἐτασμῶν, ἐτάζων γάρ ἐστι καρδίας») …   Dictionary of Greek

  • ἐτασμός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτασμοῖς — ἐτασμός masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτασμοί — ἐτασμός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτασμοῦ — ἐτασμός masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτασμῶν — ἐτασμός masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτασμῷ — ἐτασμός masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτασμόν — ἐτασμός masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετάζω — (ΑΜ ἐτάζω) (συνηθέστ. εν συνθέσει) ερευνώ, εξετάζω, αναζητώ («ἐτάζειν τοὺς ἀδικέοντας», Δημόκρ.) το ρήμα σύνηθες στους Ο: «σὺ εἶ ὁ ἑτάζων καρδίας», Α Παραλειπομένων αρχ. μσν. υποβάλλω σε δοκιμασίες, βασανίζω, τυραννώ («ἤτασεν ὁ θεὸς τὸν Φαραὼ… …   Dictionary of Greek

  • ՊԱՏԻԺ — (տժոյ կամ ժի, տժոց.) NBH 2 0610 Chronological Sequence: 6c գ. τεκμωρία punitio, castigatio, ultio ζημία mulcta, poena αἱτία culpa ἑτασμός examen κρίμα damnatio եւն. Փոխարէն հատուցումն կամ տուգանք յանցանաց. պատուհաս. տանջանք. վրէժ. գազէպ, ճէզա,… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.